ξηρογραφία


ξηρογραφία
Φωτογραφική διεργασία που βασίζεται στην επίδραση του φωτός πάνω σε υλικό με «φωτοευαίσθητο» στρώμα από ημιαγωγό, όπου πριν από τη φωτογράφηση επιστρώνεται ηλεκτροστατική γόμωση. Στην έκθεση, η ηλεκτροστατική γόμωση μειώνεται ανάλογα με τη λαμπρότητα του αντικείμενου και έτσι στο στρώμα σχηματίζεται μια ηλεκτροστατική απεικόνιση, που εμφανίζεται με ελαφρά ηλεκτρίζουσα ξηρή σκόνη και σταθεροποιείται σε θέρμανση. Η ξ. χρησιμοποιείται στην επιστήμη και στην τεχνική, κυρίως για την απεικόνιση με ακρίβεια μικρών οργανισμών.
* * *
η
1. (τεχνολ.-τυπογρ.) μέθοδος αναπαραγωγής αντιγράφων με ξηρά αποτύπωση και με χρήση ειδικών κόνεων, βασισμένη στην αρχή τής φωτοαγωγιμότητας ορισμένων μονωτικών υλικών και στην αρχή τής ηλεκτροστατικής έλξης που αναπτύσσεται μεταξύ δύο σωμάτων φορτισμένων με ετερόσημα ηλεκτρικά φορτία
2. ιατρ. ηλεκτροστατική μέθοδος απεικόνισης με ακτίνες Χ πάνω σε ειδικά επεξεργασμένη πλάκα, με μεταφορά τής λαμβανόμενης εικόνας σε χαρτί.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ξηρογραφικός — ή ό (τεχνολ. τυπογρ.) αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ξηρογραφία …   Dictionary of Greek

  • ξηρός — και ξερός, ή, ό, θηλ. και ξηρά (ΑΜ ξηρός, ά, όν, Α θηλ. και ξηρή) 1. αυτός που δεν περιέχει υγρασία, ο χωρίς νερό, στεγνός, άνυδρος (α. «ξερό ποτάμι» β. «χείμαρρους ξηροὺς ὕδατος», Αρρ.) 2. αυτός που έχει αποβάλει την ικμάδα του, τη ζωηρότητά του …   Dictionary of Greek

  • σέκο — Γράφεται και σέκκο. Τεχνική ζωγραφική, γνωστή κυρίως ως ξηρογραφία, πάνω σε ειδικά προετοιμασμένο καιτελείως στεγνό επίχρισμα τοίχου. Το σ. είναι αντίθετο του φρέσκο (νωπογραφία), στο οποίο το επίχρισμα χρησιμοποιείται νωπό ακόμα. Στο γυμνό τοίχο …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.